άρτυμα


άρτυμα
το (AM ἄρτυμα) [αρτύω]
το καρύκευμα, το μυρωδικό
αρχ.
ό,τι προξενεί ευχαρίστηση ή ανακούφιση, η ανάπαυση από τους πόνους.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἄρτυμα — ἄρτῡμα , ἄρτυμα condiment neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άρτυμα — το, ατος αυτό που προσθέτουμε στο φαγητό για να νοστιμίσει, καρύκευμα (κυριολ. και μτφ.), στολίδι: Το φαγητό, χάρη στα αρτύματα που του είχαμε βάλει, ήταν πολύ νόστιμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Liste griechischer Phrasen/Eta — Eta Inhaltsverzeichnis 1 Ἡ ἀνάπαυσις τῶν πόνων ἐστὶν ἄρτυμα …   Deutsch Wikipedia

  • ἀρτύματ' — ἀρτύ̱ματα , ἄρτυμα condiment neut nom/voc/acc pl ἀρτύ̱ματι , ἄρτυμα condiment neut dat sg ἀρτύ̱ματε , ἄρτυμα condiment neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκάνισο — ονοετής πόα, της οικογένειας των σκιαδοφόρων. Η επιστημονική του ονομασία είναι πιμπινέλα το άνισο. Καλλιεργείται από την αρχαία εποχή για τα σπέρματά του, τα οποία μαζεύονται λίγο πριν ωριμάσουν τελείως, γιατί τότε πέφτουν και σκορπίζονται. Το… …   Dictionary of Greek

  • επάρτυμα — ἐπάρτυμα, το (Μ) πρόσθετο άρτυμα ή απλώς άρτυμα …   Dictionary of Greek

  • Tsakonian language — language name=Tsakonian nativename=Τσακωνικά Tsakōniká familycolor=Indo European states=Greece region=Eastern Peloponnese around Mount Parnon speakers=300 2,000 fluent fam2=Greek fam3=Doric iso2=ine|iso3=tsdTsakonian, Tzakonian or Tsakonic (Greek …   Wikipedia

  • Geflügelte Worte (Antike) — Alpha und Omega, Anfang und Ende, kombiniert zu einem Buchstaben Diese Liste ist eine Sammlung alt und neugriechischer Phrasen, Sprichwörter und Redewendungen. Sie beschreibt ihren Gebrauch und gibt, wo möglich, die Quellen an. Graeca non… …   Deutsch Wikipedia

  • HEDYSMA — apud Plin. l. 13. c. 1. Ratio faciendi (unguenta) duplex: sucus et corpus. Ille olei generibus fere constat, hoc odorum. Haec stymmata vocant, illa hedysmata: ex Graeco ἥδυσμα. Cornario est omne id, quo spislatum oleum suavi odore imbuebatur et… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • άμπρα — Ξενικός όρος που υποδηλώνει ουσίες διαφορετικής προέλευσης και σύστασης. Η φαιά ά. είναι αρωματική ουσία που απαντάται κατά μήκος των ακτών της Ιαπωνίας, της Μαδαγασκάρης και των Μολούκων νήσων σε μάζες που επιπλέουν και έχουν βάρος από 50… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.